Meaning of καλοδιάθετος | Babel Free
Ορισμοί
κάποιος που επιδεικνύει καλή διάθεση ή που συνήθως έχει καλή διάθεση
Παραδείγματα
“※ Ἡ Μαριγούλα ἤτανε τώρα σπίτι της ἡ μητέρα. Ταπεινὴ κι’ ἀπερηφάνευτη, μὰ ἄρχοντικιὰ καὶ καλοδιάθετη. (Μια_νύχτα_στον_κάμπο, Αιμιλία Δάφνη, Σελ. 74-77, τ.2, Έτος Α΄ (1 Μαΐου 1927) του περιοδικού «Νέα Εστία» )”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.