καλάσνικοφ
Ορισμοί
- είδος ανθεκτικού υποπολυβόλου
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
13 more languages
العربيةكلاشنكوف
Bosanskikalašnjikov
Češtinakalašnikov
Hrvatskikalašnjikov
Italianokalashnikov
Românăkalașnikov
Српскиkalašnjikov
Svenskakalasjnikov
Türkçekalaşnikov
Παραδείγματα
“συντομογραφία: ΑΚ-47: Αвтомат Κалашникова-[μοντέλο του 19]47”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free