Meaning of καιροφυλακτώ | Babel Free
/ce.ɾo.fi.laˈkto/Ορισμοί
αναζητώ την κατάλληλη περίσταση για να δράσω, παραμονεύω, καραδοκώ
Παραδείγματα
“※ Ήμουν τρελή· κι έτρεμα από ζήλεια βλέποντας, καθώς καιροφυλακτούσα πίσω από εκείνη τη γωνία, τη δεσποινίδα Νίνα Νικολάου να μπαίνει στο σπίτι του κ. Τασάκου.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.