Meaning of καθιερωθείς | Babel Free
/ka.θi.e.ɾoˈθis/Ορισμοί
μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος καθιερώνω που έχει καθιερωθεί κατά το παρελθόν, που αποτελεί πάγια συνήθεια, έθιμο, ο παραδοσιακός, ο συνηθισμένος
formal
Παραδείγματα
“οι καθιερωθέντες όροι”
“η κατάργηση των καθιερωθέντων αρχών”
“τα καθιερωθέντα με πράξη του 1972 κίνητρα...”
“το καθιερωθέν πρόγραμμα/σύστημα”
“τον καθιερωθέντα ως οσιομάρτυρα (εκκλησιαστική ορολογία)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.