Meaning of καθιερωθείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
- θα καθιερωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καθιερώνομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καθιερώνομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.