Meaning of καθησυχαστικόν | Babel Free
/ka.θi.si.xa.stiˈkon/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του καθησυχαστικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του καθησυχαστικός
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.