Meaning of καθησυχαστικός | Babel Free
/ka.θi.si.xa.stiˈkos/Ορισμοί
που αποσκοπεί στην καθησύχαση, συνήθως ενός προσώπου, που ηρεμεί τελείως
Ισοδύναμα
English
Reassuring
Παραδείγματα
“καθησυχαστικά λόγια”
“※ 1879 Δημήτριος Βικέλας, Λουκῆς Λάρας, Θ”
“≠ αντώνυμα: ανησυχητικός, αγχωτικός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.