HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καβαλώ | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. ανεβαίνω στη ράχη ενός ζώου (αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού) ιππεύω
  2. βρίσκομαι καθισμένος σε ένα αντικείμενο με τα δυο μου πόδια να κρέμονται από τις δύο πλευρές του, με τρόπο δηλαδή που θυμίζει το καβαλίκεμα ενός αλόγου
  3. εξουσιάζω, υπερέχω, έχω το πάνω χέρι
    figuratively
  4. συνουσιάζομαι ενεργητικά με

Παραδείγματα

“δυστυχώς ο φίλος μας δεν έχει καταλάβει πως η σύζυγός του τον έχει καβαλήσει και τον κάνει ό,τι θέλει εκείνη, το έχει στο σήκω σήκω, κάτσε κάτσε”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καβαλώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course