Meaning of καβαλώ | Babel Free
Ορισμοί
- ανεβαίνω στη ράχη ενός ζώου (αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού) ιππεύω
- βρίσκομαι καθισμένος σε ένα αντικείμενο με τα δυο μου πόδια να κρέμονται από τις δύο πλευρές του, με τρόπο δηλαδή που θυμίζει το καβαλίκεμα ενός αλόγου
-
εξουσιάζω, υπερέχω, έχω το πάνω χέρι figuratively
- συνουσιάζομαι ενεργητικά με
Παραδείγματα
“δυστυχώς ο φίλος μας δεν έχει καταλάβει πως η σύζυγός του τον έχει καβαλήσει και τον κάνει ό,τι θέλει εκείνη, το έχει στο σήκω σήκω, κάτσε κάτσε”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.