κάλυψες
Ορισμοί
β' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καλύπτω
Παραδείγματα
“Κάλυψες όλα τα έξοδα του ταξιδιού μόνος σου.”
You covered all the trip's expenses by yourself.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free