Meaning of ιωβηλαίο | Babel Free
/i.o.viˈle.o/Ορισμοί
- η πεντηκοστή (ή άλλη σημαντική) επέτειος για την άσκηση δημόσιου λειτουργήματος, μια συγκεκριμένη κοινωνική προσφορά, για γάμο ενός ζευγαριού κ.λπ.
-
εικοσιπενταετηρίδα rare
-
εκατονταετηρίδα rare
- θεσμός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, σύμφωνα με τον οποίο κάθε 25 χρόνια τα Χριστούγεννα δίνεται άφεση αμαρτιών στους πιστούς που εξομολογούνται κι επισκέπτονται τόπους προσκυνήματος
Ισοδύναμα
English
Jubilee
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.