ισότροπος
Ορισμοί
χαρακτηρισμός υλικού, πεδίου ή συστήματος του οποίου οι φυσικές ιδιότητες παραμένουν ίδιες προς κάθε κατεύθυνση, ανεξάρτητα από τον προσανατολισμό της παρατήρησης ή της μέτρησης
Ισοδύναμα
13 more languages
Deutschisotrop
Esperantoizotropa
Suomiisotrooppinen
Gaeilgeiseatrópach
Italianoisotropo
日本語等方的
Portuguêsisotrópico
Türkçeeşyönlü
Українськаізотропний
Tiếng Việtđẳng hướng
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free