Meaning of ισομετρία | Babel Free
/i.so.meˈtɾi.a/Ορισμοί
- η ιδιότητα του ισόμετρου, το να είναι κάποιος ή κάτι ισόμετρο(ς)
-
αλλαγή των διαστάσεων ενός δισδιάστατου ή τρισδιάστατου γεωμετρικού σχήματος ή στερεού, με διατήρηση των αναλογιών especially
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.