Meaning of ιερο- | Babel Free
/i.e.ɾo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό…:
- …έχει σχέση με κάτι το ιερό ή θείο
- …έχει σχέση με ιερέα ή την αμφίεσή του
- …έχει σχέση με ιερό ναό
- …έχει σχέση με την Ιερά Εξέταση
Παραδείγματα
“ιερομάρτυρας”
“Ιερόθεος”
“ιεραπόστολος”
“ιεροράφτης”
“ιεροψάλτης”
“ιεροεξεταστής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.