HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ιερο- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/i.e.ɾo/

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό…:
  2. …έχει σχέση με κάτι το ιερό ή θείο
  3. …έχει σχέση με ιερέα ή την αμφίεσή του
  4. …έχει σχέση με ιερό ναό
  5. …έχει σχέση με την Ιερά Εξέταση

Παραδείγματα

“ιερομάρτυρας”
“Ιερόθεος”
“ιεραπόστολος”
“ιεροράφτης”
“ιεροψάλτης”
“ιεροεξεταστής”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ιερο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course