Meaning of ιατρός | Babel Free
/i.aˈtɾos/Ορισμοί
- επιστήμονας που εξασκεί την ιατρική
- ανδρικό επώνυμο
- στρατιωτικός βαθμός του Υγειονομικού Σώματος του Ελληνικού Στρατού (ξηράς), αντίστοιχος του λοχαγού
Ισοδύναμα
English
physician
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.