Meaning of θεο- | Babel Free
/ˈθeo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό λέξεων σχετικών
- με το Θεό ή με θεούς, γενικότερα
-
με μεγάλα πράγματα, καταστάσεις, με σημασία «πολύ μεγάλο» vulgar
- με ιδιότητες που τις κατέχει κάποιος σε υπερθετικό βαθμό, με σημασία «εντελώς», «τελείως»
Ισοδύναμα
English
theo-
Παραδείγματα
“θεο- (theo-) + λόγος (lógos, “speech, word”) → θεολογία (theología, “theology”)”
“θεο- (theo-) + σέβομαι (sévomai, “to respect”) → θεοσεβής (theosevís, “devout”)”
“θεο- (theo-) + γνώση (gnósi, “knowledge”) → θεογνωσία (theognosía, “knowledge of God”)”
“θεο- (theo-) + κράτος (krátos, “state”) → θεοκρατία (theokratía, “theocracy”)”
“θεο- (theo-) + μισώ (misó, “hate, despise”) → θεομίσητος (theomísitos, “godforsaken, hated by God”)”
“θεο- (theo-) + φαίνομαι (faínomai, “appear”) → Θεοφάνια (Theofánia, “the Epiphany of Jesus”)”
“θεο- (theo-) + βαρέλι (varéli, “barrel”) → θεοβάρελο (theovárelo, “large barrel”)”
“θεο- (theo-) + κουφός (koufós, “deaf”) → θεόκουφος (theókoufos, “extremely deaf, profoundly deaf”)”
“θεο- (theo-) + τρελός (trelós, “crazy, mad”) → θεότρελος (theótrelos, “extremely mad, as mad as a hatter”)”
“θεο- (theo-) + φτωχός (ftochós, “poor”) → θεόφτωχος (theóftochos, “extremely poor”)”
“θεοτόκος, θεοφοβούμενος”
“θεόσταλτος”
“Θεάνθρωπος, θεάρεστος”
“θεομηνία (αρχαία ελληνικά: οργή θεού)”
“θεοβάρελο”
“θεογκόμενα”
“θεότρελος (τελείως τρελός), θεόκουφος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.