θαρραλέα
Ορισμοί
με θάρρος, θαρρετά
Ισοδύναμα
12 more languages
Παραδείγματα
“Στάθηκε θαρραλέα απέναντι στους κατηγόρους της.”
She stood bravely against her accusers.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free