Meaning of θέσπισμα | Babel Free
Ορισμοί
- αυτό που επιτάσσει κάποια ανώτερη αρχή, κοσμική ή πνευματική, διαταγή
- ναυτικός νόμος εθιμικού δικαίου, της Ύδρας, επί τουρκοκρατίας
- κλητήριο θέσπισμα: εντολή να παρουσιαστεί κάποιος σε δίκη ως μάρτυρας ή κατηγορούμενος
Παραδείγματα
“Θεσπίσματα Ύδρας”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.