Σημασία του ησύχασα | Babel Free
Ορισμοί
α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του καθησυχάζω
Παραδείγματα
“Επιτέλους ησύχασα όταν έμαθα ότι είναι καλά.”
I finally calmed down when I learned he was well.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free