ημιπληγία
Ορισμοί
η παθολογική κατάσταση κατά την οποία μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο έχει παραλύσει η μία πλευρά του σώματος
Ισοδύναμα
9 more languages
Češtinahemiplegie
Deutschhalbseitige Lähmung
Suomitoispuolihalvaus
Italianoemiplegia
Nederlandshemiplegie
Polskihemiplegia
Portuguêshemiplegia
Русскийгемиплегия
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free