Meaning of ηλεκτρο- | Babel Free
Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων που σημαίνουν ότι το δεύτερο συνθετικό
- παράγεται με ηλεκτρισμό ή λειτουργεί ή χρησιμοποιεί ηλεκτρισμό ή προκαλείται από ηλεκτρικός
- παράγει ηλεκτρισμό
- σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό
- είναι το αντικείμενο του ρηματικού δεύτερου συνθετικού
Παραδείγματα
“ηλεκτροκόλληση”
“ηλεκτρόλυση, ηλεκτρεγερτικός”
“ηλεκτροπληξία”
“ηλεκτρογεννήτρια”
“ηλεκτροαρνητικός, ηλεκτροακουστική”
“ηλεκτροπαραγωγή, ηλεκτροφόρος, ηλεκτραγωγός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.