HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ηλεκτρο- | Babel Free

Phrase CEFR B2

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων που σημαίνουν ότι το δεύτερο συνθετικό
  2. παράγεται με ηλεκτρισμό ή λειτουργεί ή χρησιμοποιεί ηλεκτρισμό ή προκαλείται από ηλεκτρικός
  3. παράγει ηλεκτρισμό
  4. σχετίζεται με τον ηλεκτρισμό
  5. είναι το αντικείμενο του ρηματικού δεύτερου συνθετικού

Παραδείγματα

“ηλεκτροκόλληση”
“ηλεκτρόλυση, ηλεκτρεγερτικός”
“ηλεκτροπληξία”
“ηλεκτρογεννήτρια”
“ηλεκτροαρνητικός, ηλεκτροακουστική”
“ηλεκτροπαραγωγή, ηλεκτροφόρος, ηλεκτραγωγός”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ηλεκτρο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course