Meaning of ηγεμόνευση | Babel Free
/i.ʝeˈmo.nef.si/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ηγεμονεύω
- το να είναι κάποιος ηγεμόνας σε μια περιοχή
- το να κυριαρχεί κάποιος, να έχει τον έλεγχο μιας κατάστασης ή την υπεροχή
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.