ζιγκολό
Ορισμοί
άντρας ο οποίος προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες σε διάφορες γυναίκες με ή χωρίς χρηματική αμοιβή
Ισοδύναμα
Françaisgigolo
Παραδείγματα
“Ο ζιγκολό έβγαζε χρήματα από τις πλούσιες πελάτισσές του.”
The gigolo made money from his wealthy female clients.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free