Σημασία του ζιβάγκο | Babel Free
ziˈva.ɡoΟρισμοί
- κλειστός κι ανυψωμένος γιακάς που τυλίγει γύρω από το λαιμό, καλύπτοντάς τον
-
είδος μπλούζας ή πουλόβερ που φοριέται κυρίως το χειμώνα κι έχει τον παραπάνω γιακά figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free