Meaning of ζευγαρώνω | Babel Free
/ze.vɣaˈɾo.no/Ορισμοί
-
γίνομαι ζευγάρι με κάποιον / κάποια, αναπτύσσω ερωτική σχέση μαζί του / της intransitive
-
εκτελώ τη διαδικασία αναπαραγωγής transitive
-
φέρνω σε επαφή άτομα ή ζώα διαφορετικού φύλου με σκοπό τη σύναψη σχέσης ή την επιλεγμένη γονιμοποίηση αντίστοιχα transitive
-
ταιριάζω ένα αντικείμενο με ένα άλλο πανομοιότυπό του που προϋπάρχει, ώστε να αποτελούν ζευγάρι transitive
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.