Meaning of ζενίθ | Babel Free
/zeˈniθ/Ορισμοί
- το υψηλότερο σε σχέση με κάποιον παρατηρητή σημείο ενός ουράνιου σώματος
-
απόγειο μιας πορείας figuratively
Ισοδύναμα
English
Zenith
Παραδείγματα
“※ Στο ναδίρ το διεθνές εμπόριο, στο ζενίθ οι φόβοι προστατευτισμού (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 21/4/2013)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.