ζήλεψα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ζηλεύω
Παραδείγματα
“Πάντα ζήλεψα την ηρεμία που έχει ο αδερφός μου.”
I always envied the calm that my brother has.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free