Meaning of ζά- | Babel Free
Ορισμοί
- αχώριστο μόριο, επιτακτικό, με επαύξηση της έννοιας της λέξης με την οποία συντίθεται
- ζαβάλλω
- ζάβαλος
- ζάβαρος
- ζάβατος
- ζαής
- ζάθεος
- ζαθερής
- ζάκορος
- ζάκοτος
- ζάλευκος
- ζάπλουτος
- ζατρεφής
- ζαφλεγής
- ζαχρηής
Παραδείγματα
“ζάπλουτος (πάρα πολύ πλούσιος, πάμπλουτος)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.