Meaning of ευχέρεια | Babel Free
Ορισμοί
η ικανότητα σε έναν τομέα, η ευκολία / άνεση που έχει κάποιος σε έναν τομέα ή στην εκτέλεση ενός έργου
Ισοδύναμα
English
fluency
Παραδείγματα
“※ Οι υπαρκτές, με αυτή την έννοια, πολιτικές διακρίσεις εκ μέρους της διοίκησης είτε εμφιλοχωρούν στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας είτε κρύβονται πίσω από αναληθή αιτιολογία πράξεων, τυγχάνουν πάντως δικαστικά ελέγξιμες, ενώ άλλοτε ούτε αυτό ήταν δεδομένο. (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003: από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΛΕΔΑ), εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 177)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.