ευφωνικός
Ορισμοί
που αναπτύσσεται χάριν ευφωνίας, π.χ. για σύμφωνο ή ημίφωνο που παρεμβάλλεται μεταξύ φωνηέντων, ώστε να αποφευχθεί η χασμωδία
Ισοδύναμα
9 more languages
Češtinalibozvučný
Gaeilgedea-fhoghrach
Italianoeufonico
Portuguêseufónico
Românăeufonic
Shqipbukurtingëllues
Παραδείγματα
“ευφωνικό νι, ευφωνικό κ”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free