Meaning of ευρετικός | Babel Free
Ορισμοί
- που μπορεί να βρίσκει κάτι (νέο ή πρωτότυπο ή να το επινοεί)
- ευρετική
- που συμβάλλει στην γρήγορη λύση ενός προβλήματος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η λύση είναι η βέλτιστη δυνατή
Ισοδύναμα
English
Heuristic
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.