ευγραμμων
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ευγραμμία genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του εύγραμμος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ευγραμμία feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του εύγραμμος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ευγραμμία genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του εύγραμμος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free