HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Ευαγγελιστής | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/e.vaɲ.ɟe.lisˈtis/

Ορισμοί

  1. καθένας από τους συγγραφείς των τεσσάρων κανονικών ευαγγελίων -Ιωάννης, Λουκάς, Μάρκος, Ματθαίος
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. παρωχημένος χαρακτηρισμός (του περασμένου αιώνα) για άτομα που κήρυσσαν μεμονωμένα, κυρίως στην επαρχία, το ευγαγγέλιο με δική τους πρωτοβουλία και συχνά με δική τους ερμηνεία
  4. χαρακτηρισμός χριστιανού που ανήκει στο ευαγγελικό δόγμα των διαμαρτυρομένων ή στην Ευαγγελική Εκκλησία
  5. κάποιος που με πάθος και φανατισμό κηρύσσει μια θεωρία ως την πιο θετική και ελπιδοφόρα, συνήθως ως αλάθητη και αδιαμφισβήτητη
    figuratively

Ισοδύναμα

English Evangelist

Παραδείγματα

“Ιωάννης ο Ευαγγελιστής”

John the Evangelist

“(θηλυκό ευαγγελίστρια)”
“ευαγγελιστής του φιλοαμερικανισμού, του μοντερνισμού κ.λπ.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Ευαγγελιστής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course