Meaning of Ευαγγελιστής | Babel Free
/e.vaɲ.ɟe.lisˈtis/Ορισμοί
- καθένας από τους συγγραφείς των τεσσάρων κανονικών ευαγγελίων -Ιωάννης, Λουκάς, Μάρκος, Ματθαίος
- ανδρικό επώνυμο
- παρωχημένος χαρακτηρισμός (του περασμένου αιώνα) για άτομα που κήρυσσαν μεμονωμένα, κυρίως στην επαρχία, το ευγαγγέλιο με δική τους πρωτοβουλία και συχνά με δική τους ερμηνεία
- χαρακτηρισμός χριστιανού που ανήκει στο ευαγγελικό δόγμα των διαμαρτυρομένων ή στην Ευαγγελική Εκκλησία
-
κάποιος που με πάθος και φανατισμό κηρύσσει μια θεωρία ως την πιο θετική και ελπιδοφόρα, συνήθως ως αλάθητη και αδιαμφισβήτητη figuratively
Ισοδύναμα
English
Evangelist
Παραδείγματα
“Ιωάννης ο Ευαγγελιστής”
John the Evangelist
“(θηλυκό ευαγγελίστρια)”
“ευαγγελιστής του φιλοαμερικανισμού, του μοντερνισμού κ.λπ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.