Meaning of ευαγγελίστρια | Babel Free
/e.vaŋ.ɟeˈli.stɾi.a/Ορισμοί
- προσωνυμία της Παναγίας
- θηλυκό του ευαγγελιστής: χαρακτηρισμός χριστιανής που ανήκει στο ευαγγελικό δόγμα των διαμαρτυρομένων ή στην Ευαγγελική Εκκλησία
- άλλη μορφή του ευαγγελίστρια
- γυναικείο όνομα
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- συνοικία του Πειραιά
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: Βαγγελίστρα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.