HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ευαγγελίστρια | Babel Free

Noun CEFR C1
/e.vaŋ.ɟeˈli.stɾi.a/

Ορισμοί

  1. προσωνυμία της Παναγίας
  2. θηλυκό του ευαγγελιστής: χαρακτηρισμός χριστιανής που ανήκει στο ευαγγελικό δόγμα των διαμαρτυρομένων ή στην Ευαγγελική Εκκλησία
  3. άλλη μορφή του ευαγγελίστρια
  4. γυναικείο όνομα
  5. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  6. συνοικία του Πειραιά

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: Βαγγελίστρα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ευαγγελίστρια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course