Meaning of ερωτεύομαι | Babel Free
/e.roˈte.vo.me/Ορισμοί
- καταλαμβάνομαι από ερωτικό συναίσθημα
- αισθάνομαι έρωτα για κάποιον
- νιώθω έντονη έλξη για κάποιον ή για κάτι
Ισοδύναμα
English
fall in love
Παραδείγματα
“δεν ερωτεύεται εύκολα”
“σε έχω ερωτευτεί”
“ερωτεύτηκα τα σοκάκια του νησιού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.