επιτοίχιος
Ορισμοί
που αφορά αντικείμενο, συσκευή ή διακοσμητικό στοιχείο που στερεώνεται ή είναι ενσωματωμένο σε τοίχο, ώστε να λειτουργεί ή να φαίνεται ως μέρος της τοιχοποιίας
Ισοδύναμα
17 more languages
Catalàmural
Češtinanástěnný
Esperantomurpentraĵo
Հայերենորմնանկար
日本語壁画
한국어벽화
Nederlandsmuurschildering
Portuguêsmural
Русскийстенна́я ро́спись
Українськанастінний
Tiếng Việtbích hoạ
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free