επιτέθηκα
Ορισμοί
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιτίθεμαι
Παραδείγματα
“Μόλις με προκάλεσε, του επιτέθηκα αμέσως.”
As soon as he provoked me, I attacked him immediately.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free