επιβλέπει
Ορισμοί
γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του επιβλέπω
Παραδείγματα
“Ο επόπτης επιβλέπει προσεκτικά τις εργασίες στο εργοτάξιο.”
The supervisor carefully oversees the work at the construction site.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free