Meaning of επιβατηγό | Babel Free
/e.pi.va.tiˈɣo/Ορισμοί
- αυτοκίνητο, συνήθως ιδιωτικής χρήσεως, κατάλληλο για τη μεταφορά επιβατών
- που έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει επιβάτες
Παραδείγματα
“επιβατηγό-οχηματαγωγό (εννοείται: πλοίο)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.