Meaning of επαναλειτουργώ | Babel Free
Ορισμοί
- στο τρίτο πρόσωπο, ξαναλειτουργεί κάτι που είχε πάψει να δουλεύει, να λειτουργεί
- βρίσκομαι ξανά σε λειτουργία, σε ισχύ
Παραδείγματα
“※ Επαναλειτουργεί από φέτος ο διαβατηριακός έλεγχος εισόδου—εξόδου στον λιμένα της Αγίας Μαρίνας στη Λέρο. (www.ertnews.gr, 03.05.2022)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.