HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επαναλειτουργώ | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. στο τρίτο πρόσωπο, ξαναλειτουργεί κάτι που είχε πάψει να δουλεύει, να λειτουργεί
  2. βρίσκομαι ξανά σε λειτουργία, σε ισχύ

Παραδείγματα

“※ Επαναλειτουργεί από φέτος ο διαβατηριακός έλεγχος εισόδου—εξόδου στον λιμένα της Αγίας Μαρίνας στη Λέρο. (www.ertnews.gr, 03.05.2022)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επαναλειτουργώ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course