Meaning of επαναληφθείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
- θα επαναληφθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος επαναλαμβάνομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος επαναλαμβάνομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.