Σημασία του επέβαλε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος επιβάλλω
Παραδείγματα
“Ο βασιλιάς επέβαλε βαρείς φόρους στους αγρότες.”
The king imposed heavy taxes on the farmers.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free