HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ενοικιαστής | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/e.ni.ci.aˈstis/

Ορισμοί

αυτός που ενοικιάζει ένα κτήριο, μια κατοικία κλπ

Ισοδύναμα

English Tenant

Παραδείγματα

“※ Ο διαχωρισμός των πολιτών σε ενοικιαστές γης και ενοικιαστές υποστατικών έγινε γιατί ο νόμος προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τη στενότητα στέγης προστατεύοντας τους πολίτες από εκμετάλλευση (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 9, 1991, σελ. 5658)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ενοικιαστής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course