ενισχύει
Ορισμοί
γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ενισχύω
Παραδείγματα
“Η άσκηση ενισχύει τους μυς του σώματος.”
Exercise strengthens the muscles of the body.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free