Meaning of ενεστώς | Babel Free
/e.neˈstos/Ορισμοί
που βρίσκεται ή συμβαίνει στο παρόν, ο παρών, τωρινός
formal
Παραδείγματα
“η ενεστώσα κατάσταση”
“το ενεστώς έτος (συντομογραφία: ε.ε.)”
“παλιότερη γραφή: ἐνεστώς, ἐνεστῶσα, ἐνεστώς”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.