HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ενδόρρηξη | Babel Free

Noun CEFR B2
/enˈðo.ɾi.ksi/

Ορισμοί

  1. η κατάρρευση υλικού προς τα μέσα, όταν δέχεται πίεση μεγαλύτερη από την αντοχή του
  2. απότομη κατάρρευση προς τα έσω, κλείσιμο / περιορισμός σε στενότερα πλαίσια
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Έχουν δημιουργηθεί πολλές απορίες σχετικά με το τι ακριβώς συνέβη με αποτέλεσμα το επόμενο διάστημα οι έρευνες να επικεντρωθούν στα αίτια που οδήγησαν στην ενδόρρηξη του υποβρυχίου. (www.tanea.gr, 23.06.2023)”
“※ Ας έχουμε κατά νου και το ενδεχόμενο της ενδόρρηξης, μιας κατάρρευσης προς τα έσω, με χαρακτήρες παθητικότητας, παράλυσης, μοιρολατρικής υποταγής και αυτοεγκατάλειψης. (Ν. Γ. Ξυδάκης, «Ενδόρρηξη, ένας ενδεχόμενος μαύρος κύκνος», Η Καθημερινή, 16 Δεκεμβρίου 2012)”
“※ Οι επιστήμονες περιγράφουν αυτό που μας συμβαίνει ως «κοινωνική ενδόρρηξη», η οποία, όπως περιγράφουν οι καθηγητές του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Σωτήρης Χτούρης και Αναστασία Ζήση, σε έρευνα που παρουσίασαν μετά το πρώτο λοκντάουν, «επέρχεται όταν οι δεσμοί και οι κοινωνικές λειτουργίες του ατόμου αναστρέφουν από τον κοινωνικό περίγυρο και την οικονομική ανταλλαγή και περιορίζονται στο εσωτερικό του νοικοκυριού» και το κοινωνικό υποκείμενο «αναστρέφει από τα ζωντανά του βιώματα στον κοινωνικό κόσμο και αυτοπεριορίζεται με τη θέλησή του ή όχι στις περιορισμένες διαδράσεις του νοικοκυριού, στην κοινωνική μνήμη, στη φαντασία, στον ενδοσκοπικό συναισθηματικό κόσμο, στα ΜΜΕ ή στον εικονικό κόσμο και την επικοινωνία της κοινωνίας της πληροφορίας». (www.efsyn.gr, 15.11.2020)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ενδόρρηξη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course