Meaning of ενδορφίνη | Babel Free
Ορισμοί
φυσική χημική ουσία που παράγεται στον εγκέφαλο και στον νωτιαίο μυελό, γνωστή για τις αναλγητικές και ευφορικές της ιδιότητες, ως απάντηση του οργανισμού σε πόνο, άγχος ή σωματική άσκηση
Ισοδύναμα
English
endorphin
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.