Σημασία του εμ- | Babel Free
eɱΟρισμοί
άλλη μορφή του εν-, πριν από β’ συνθετικό που αρχίζει από <μ> ή χειλικό σύμφωνο, δηλαδή πριν από <π, β, φ, μ, ψ>
Παραδείγματα
“Polytonic spelling: ἐμ- or ἔμ-”
“εμπειρία, εμβόλιο, εμφάνιση, εμμένω, εμψυχώνω”
“έμπιστος, έμβολο, έμφαση, έμμισθος, έμψυχος”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free