εμφύτευση
Ορισμοί
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εμφυτεύω
Ισοδύναμα
13 more languages
Češtinaimplantace
DeutschImplantation
हिन्दीप्रत्यारोपण
日本語着床
Русскийимпланта́ция
Türkçeimplantasyon
Українськаімплантація
Παραδείγματα
“Ο ασθενής υποβλήθηκε σε εμφύτευση βηματοδότη.”
The patient underwent a pacemaker implantation.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free