Meaning of ελληνο- | Babel Free
/e.li.no/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει μερική καταγωγή από την Ελλάδα μαζί με κάποια άλλη χώρα
- πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει την ελληνική φύση μιας έννοιας ή ενός αντικειμένου
- ελληνοαγγλικός
- ελληνοαλβανικός
- ελληνοαμερικανικός
- Ελληνοαμερικάνος, Ελληνοαμερικάνα
- ελληνογαλλικός
- ελληνογερμανικός
- Ελληνοεβραίος, Ελληνοεβραία
- ελληνοϊταλικός
- ελληνοκυπριακός
- Ελληνοκύπριος, Ελληνοκύπρια
- ελληνορωμαϊκός
- ελληνοτουρκικός
- ελληνοβαρεμένος
- ελληνογενής
- ελληνόγλωσσος
- ελληνοδιδάσκαλος
- ελληνοκεντρικός
- ελληνολάτρης
- ελληνομαθής
- ελληνομάχος
- ελληνόπουλο
- ελληνοπρέπεια
- ελληνορθόδοξος
- ελληνόφωνος
- ελληνοχριστιανικός
- ελληνοχριστιανός
Ισοδύναμα
English
Helleno-
Παραδείγματα
“ελληνοαμερικάνος”
“ελληνοχριστιανός”
“ελληνόγλωσσος, ελληνόπουλο”
“ελληνορθόδοξος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.