HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ελληνιστική κοινή | Babel Free

Noun CEFR B2
/elinistiˈci ciˈni/

Ορισμοί

η κοινή διάλεκτος των αρχαίων ελληνικών όπως μιλήθηκε και γράφτηκε στους ελληνιστικούς χρόνους της ύστερης αρχαιότητας, από τον 3ο αιώνα π.Κ.Ε. έως το 300 Κ.Ε. (ή έως το 700) ως lingua franca κυρίως στη λεκάνη της Μεσογείου, ιδιαιτέρως στην Αλεξάνδρεια

Ισοδύναμα

English koine Koine Greek

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ελληνιστική κοινή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course